Screenshot-2-removebg-preview

Breaking News

Μάρκος Βαμβακάρης: Ο «Πατριάρχης» του Ρεμπέτικου

Καλλιτεχνική απεικόνιση του Μάρκου Βαμβακάρη με το μπουζούκι του σε ατμόσφαιρα πειραιώτικου καφενείου της δεκαετίας του '30

Τα δύσκολα πρώτα χρόνια:                                                                                                            Γεννήθηκε το 1905 στην Άνω Σύρο από φτωχή καθολική οικογένεια. Αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο από μικρή ηλικία και να κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού — λούστρος, εφημεριδοπώλης, φορτοεκφορτωτής — πριν καταφύγει έφηβος στον Πειραιά.

Ο όρκος στα Σφαγεία:                                                                                                                            Στον Πειραιά εργάστηκε για χρόνια ως εκδορέας (σφάχτης) στα δημοτικά σφαγεία. Εκεί άκουσε για πρώτη φορά τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι. Μαγεύτηκε τόσο πολύ που ορκίστηκε στον εαυτό του: «Αν δεν μάθω μπουζούκι, να μου κόψετε το χέρι με τον μπαλτά των σφαγείων».

Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς»:                                                                                                      Το 1934 ίδρυσε μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Ανέστο Δελιά και τον Στράτο Παγιουμτζή την πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία. Ήταν εκείνοι που έβγαλαν το μπουζούκι και τον μπαγλαμά από την περιθωριοποίηση και τους τεκέδες, μπαίνοντας δυναμικά στη φωνογραφία.

Ο αφορισμός των 24 ετών:                                                                                                                      Ένα από τα πιο παράξενα γεγονότα της ζωής του συνέβη το 1942, όταν παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, Ευαγγελία. Επειδή ο Μάρκος ήταν βαπτισμένος Καθολικός, η Καθολική Εκκλησία τον αφόρισε! Ο αφορισμός αυτός διατήρησε την ισχύ του για 24 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που ήρθη τελικά το 1966.

Παρακμή, Φτώχεια & Αναγέννηση:                                                                                                        Στην μεταπολεμική περίοδο, το μουσικό ρεύμα άλλαξε και ο Μάρκος παραγκωνίστηκε, περνώντας χρόνια μεγάλης φτώχειας. Στις αρχές της δεκαετίας του '60, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου τον επανέφεραν στο προσκήνιο, ηχογραφώντας ξανά τα παλιά του τραγούδια (όπως η «Φράγκοσυριανή»), χαρίζοντάς του τη δικαίωση που του άξιζε.